Τα χρόνια πέρασαν ,γέρασα, οι απολαύσεις στη πόλη δεν με συγκινούνε πια. Τα παιδιά ζούνε μακριά και τα βλέπω μια δυο φορές το χρόνο.
Ζω μόνος μου σε ένα διαμέρισμα στη πόλη . Η γυναίκα μου πέθανε και τώρα η ζωή μου είναι μόνο αναμνήσεις και σκέψεις .
Ποτέ δεν πίστευα πως θα πέθαινε νωρίτερα από εμένα . Πέρα από το ότι ήταν κατά
πέντε χρόνια νεότερη , έκανε πολύ καλλίτερη ζωή σε σχέση με μένα . Ούτε κάπνιζε ποτέ της και αραιά και που έπινε κανένα ποτήρι κρασί, σε αντίθεση με μένα που στα νιάτα μου κάθε βράδι έπρεπε να γεύομαι τρία τέσσερα διαφορετικά ποτά. Τσίπουρο σαν αρχή ,μετά κρασί και τελείωνα με ουίσκι. Τα τσιγάρα σαράντα καθημερινά .
Βέβαια τα προβλήματα που μου δημιουργούσε το ποτό ήταν πολλά
Όσο περνούσαν τα χρόνια οι καταχρήσεις μειώνονταν σταδιακά ,αλλά απορώ που ζω εγώ και όχι η γυναίκα μου.
Ίσως σκέφτομαι να την εξόντωσε η ψυχοφθόρα η σωφροσύνη .Ήταν πολύ συνετή. Όταν το παράκανα με το ποτό , εγώ έκανα βλακείες σαν να ήμουνα παιδί και εκείνη μαράζωνε γιατί δεν ήμουνα σοβαρός.
Όταν η ίδια η ζωή της έλεγα δεν είναι σοβαρή ,περιμένεις να είμαι εγώ; Τίποτα αυτή . Την δικαιολογώ ,κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τη φύση του. Και εγώ γι’αυτό έπινα. Υπέφερα να βλέπω ικανούς στο περιθώριο και φελλούς στη κορυφή.
Και σήμερα που είμαι εβδομήντα πέντε χρονών συνεχίζω να πίνω , αλλά μόνο κρασί.
Τώρα δεν έχω τίποτα να φοβηθώ ,ταξιδεύω για το τέλος με την πόστα , γι’ αυτό και νομίζω πως δεν με πειράζει, όπως σαν νέο το ποτό ,όταν τα όρια ξεπερνώ. Οι αρνητικές σκέψεις είναι πιο επικίνδυνες από το ποτό.
Μάλιστα έχω πει σε φίλους μου πως σαν φτάσει η ώρα που δεν θα μπορώ καθόλου για να πιώ , δεν θέλω ούτε στιγμή να συνεχίσω να ζω. Δεν είμαι της φιλοσοφίας πως για να παρατείνω λίγα χρόνια τη ζωή μου παραπάνω, με το βιβλιάριο υγείας στο χέρι να επισκέπτομαι τους γιατρούς καθημερινά .
Σήμερα θεωρώ πως σε αυτή την ηλικία με όσα συμβαίνουν είναι προτιμότερο να φεύγεις από τη ζωή ,για να μην ζήσεις κάποιο όλεθρο που όλο και πιο κοντά φέρνουν αιμοδιψείς ηγέτεs. Τρέμω στη σκέψη πως θα πεθάνουν εκατομμύρια παιδιά ,όχι για την πατρίδα τους ,αλλά για συμφέροντα αδίστακτων εγκληματιών .
Για να ξεφύγω από τις θλιβερές σκέψεις αποφάσισα τα Χριστούγεννα φέτος να τα περάσω μόνος στο πατρικό μου στο χωριό. Το επισκέπτομαι που και που και το συντηρώ . Επειδή δεν έχει ρεύμα , δίχως τηλεόραση θα απομονωθώ και θα αποφεύγω να μαθαίνω για όλα τα τραγικά που συμβαίνουν σε ολόκληρη την υφήλιο.
Δεν είμαι θεός για να είμαι πανταχού παρών και να αντέχω όλης της ανθρωπότητας τα δεινά.
Παλιά μαθαίναμε μόνο όσα συμβαίνανε στη γειτονιά.
Επειδή φέτος οι καύσωνες διήρκεσαν για μήνες είμαι βέβαιος πως ο επερχόμενος χειμώνας θα είναι βαρύς.
Εφοδιάστηκα με τρόφιμα και φυσικά κρασί και στις είκοσι τρείς Δεκέμβρη βρέθηκα στο χωριό. Δεν έπεσα έξω στις προβλέψεις μου .
Τη νύχτα της πρωτοχρονιάς του δυο χιλιάδες είκοσι έξη το κρύο ήταν δυνατό , τρυπούσε κόκκαλα . Όσο πιο μανιασμένος ακούγονταν ο βοριάς , τόσο και μεγαλύτερη ηρεμία ένιωθα στην ψυχή .
Στο τζάκι η φωτιά έλαμπε από χαρά
Έφαγα και έπινα συνέχεια κρασί ,χρονιάρα μέρα είναι αυτή και κοιτούσα έξω που έπεφτε χιόνι .
Μόνος μου έδινα ευχές μέχρι την στιγμή που μια πρωτόγνωρη αγαλλίαση ένιωσα στη ψυχή. Φαίνεται πως από τη θαλπωρή της φωτιάς και το κρασί μάλλον είχα αποκοιμηθεί , γιατί όλοι οι αποθανόντες πρόγονοι μου βρέθηκαν μαζί μου εκεί.
Ο παππούς , η γιαγιά ,η μητέρα ,ο πατέρας , η μεγάλη μου αδερφή , όλοι στο παραγώνι καθιστοί όπως τότε που ήμουνα παιδί.
Η συζήτηση στρέφονταν γύρω από την επικείμενη γουρνοχαρά , τα λουκάνικα , τις τσιγαρίδες ,πόσους τενεκέδες θα γεμίσουμε με λίπος χοιρινό και πρωτόγνωρη ένιωθα χαρά ,όπως στα χρόνια μου τα παιδικά.
Δίχως ρεύμα με μια λάμπα πετρελαίου ,όμως όλων η ψυχή αγνή και φωτεινή.
Έξω η νύχτα φωτεινή , του χιονιού το φως αρκεί.
Την ημέρα που γιορτάζεις Γιάννη στις εφτά Γενάρη είπε ο παππούς στον πατέρα μου , εκτός από λουκάνικα και χοιρινό ,θα ψήσουνε να φάνε όσοι θα έρθουν να σου ευχηθούν χρόνια πολλά , αγριόχηνες και αγριόπαπιες . Με τέτοιο καιρό αύριο θα έχει πολλές στο ποτάμι έξω από το χωριό. Ήταν μανιώδης κυνηγός ο παππούς αλλά και τα θηράματα αρκετά. Οι καλημάνες , οι τσίχλες και οι μπεκάτσες πολλές φορές έρχονταν στις αυλές. Για να προστατεύουν τα σιτηρά οι αγρότες έβαζαν να τα φυλάνε χηναροφύλακες.
Όπλα δεν υπήρχαν εκείνη την εποχή και χτυπούσαν τενεκέδες για να διώχνουν τις χήνες .
Σήμερα η φύση έχει νεκρωθεί.
Ξαφνικά ακούω φωνή , μόνος πάλι όπως στην αρχή , άγγελοι ήταν φτερωτοί και χαθήκαν στη στιγμή .
Άνοιξε φωνάζει κάποιος , είδα τον καπνό να βγαίνει και με ελπίδες με πλουταίνει . Έξω το κρύο είναι φονικό ,δεν θα αντέξω , θα πεθάνω ως το πρωί . Άνοιξε και ο χριστός μέρες που είναι πάντα να σε ευλογεί .
Έξω η νύχτα παγερή.
Πέρασε όποιος και αν είσαι ,ντόπιος ή περαστικός ,άπιστος ή χριστιανός , μου αρκεί που θα σώσω μια ζωή. Μπαίνει μέσα με ορμή παρά λίγο μες στο τζάκι να βρεθεί.
Ούτε λέξη δεν μπορούσε να αρθρώσει .
Φάε του είπα και πιες λίγο κρασί, θα συνέλθεις.
Σαν συνήλθε άρχισε να ομιλεί . Γέροντα είμαι περαστικός , το αυτοκίνητο κόλλησε στο χιόνι λίγο πιο πέρα. Ευτυχώς είδα τον καπνό ,μου έσωσες τη ζωή και πάντα θα σε ευγνωμονώ . Θέλω να σου το ξεπληρώσω το καλό .
Ούτε να το συζητάς ,εγώ μάλλον σου χρωστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να κάνω μέρες που είναι τέτοιο καλό. Και σαν γέροντας σου λέω πως όταν έχεις ηθικές υποχρεώσεις σε ανθρώπους μην προσπαθείς να τις ξεχρεώσεις , γίνεσαι πιο ανθρώπινος ο ίδιος ‘εχοντας αυτές..
Έξω νεκρική σιγή .
ΥΓ. Το διήγημα θα συμπεριληφθεί σε βιβλίο που θα εκδοθεί από τις εκδόσεις κομνηνός .