Αποχαιρετάς τα εγκόσμια και την ύστατη στιγμή , είσαι μόνος σου αν και δίπλα σου βρίσκονται και αγωνιούν πολλοί . Η ευχή που όλοι δίνουν σαν πεθάνεις , είναι . Καλό ταξίδι .
Ένιωσα πως με κοροιδεύουν .
Πέρα από το ότι το νεκροταφείο απέχει από την εκκλησία μισό χιλιόμετρο ,ποτέ δεν έχει καταγραφεί ατύχημα σε κηδεία ,σε μένα θα συμβεί ;
Και όμως η γκαντεμιά μου με ακολούθησε και στην τελετή . Ένας μεθυσμένος εμβόλισε τη νεκροφόρα και κανένας δεν μπορούσε μαζί του να συνεννοηθεί .Δεν άργησε να φτάσει και ένα περιπολικό .
Ο μεθυσμένος απτόητος έλεγε στους αστυνομικούς πως είχε προτεραιότητα .
Αν και δεν υπήρχαν σήματα στη διασταύρωση ,ισχυριζότανε πως είχε προτεραιότητα γιατί είχε τη νεκροφόρα από αριστερά . Όμως τους είπε δεν έγινε και τίποτα ,κανείς δεν τραυματίστηκε . Δεν ξέρω αν έπαθε καμία γρατζουνιά ο νεκρός .Θα πάω να δω .
Αισθάνθηκα πως με κοροιδεύει και σηκώθηκα και εγώ . Δεν περίμενα να προκαλέσω τέτοιο πανικό .
Όλοι τράπηκαν σε φυγή .Το περιπολικό έβαλε τη σειρήνα και έφυγε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Το ίδιο έκαναν και όσοι ακολουθούσαν την πομπή .
Με έκανε εντύπωση η εκκίνηση του παπά .Σαν να πετούσε , τα ράσα έμοιαζαν με φτερά.
Βρέθηκε πρώτος και με διαφορά .
Μερικές γριές σίγουρα σε αγώνες θα έκαναν ρεκόρ και αυτές .Κάποιος σε αναπηρικό καροτσάκι σηκώθηκε και εξαφανίστηκε και αυτός .
Έμεινε μονάχα ο μεθυσμένος ατάραχος και γαλήνιος και προσπαθούσε να μου εξηγήσει πως είχε δίκιο.-Όμως πρώτα γονάτισε μπροστά μου και ζήτησε την ευχή μου . Αμέσως με το θάνατο σου μου είπε , ανακηρύχτηκες σε άγιο . Θεράπευσες τον ανάπηρο .
Σαν άγιος θα καταλάβεις πως δεν φταίω για το τροχαίο .
Μια έλεγε πως με είχε από αριστερά ,την άλλη από δεξιά .
Για να μην πεθάνω για δεύτερη φορά αναγκάστηκα να του δώσω δίκιο .
-Φίλε μου μου είπε σε ευχαριστώ .Είσαι ο μόνος με τον οποίο μπορώ να συνεννοηθώ.
Πάμε να σε κεράσω ένα ποτό .
– Δεν πρέπει να πιώ . Τώρα είμαι αναγκασμένος να οδηγήσω τη νεκροφόρα εγώ . Ο οδηγός έγινε άφαντος και αυτός .
-Και ο φίλος σου γιατί είναι εδώ . Θα οδηγήσω εγώ . Σε ποιο νεκροταφείο ανήκεις ;
-Στο δημοτικό .
-Ωραία , έχω φίλο τον νεκροθάφτη εκεί ,τα πίνουμε μαζί . Θα του πω να σε περιποιηθεί .
Τίποτα δεν έχεις να φοβηθείς . Πιες λίγο να τονωθείς .
Έβγαλε ένα μπουκάλι τσίπουρο από μια τσάντα .
Μη φοβάσαι μου είπε , πιες ,τώρα θα οδηγήσω εγώ .
-Όχι ,έβγαλα φωνή , δεν μπαίνω μαζί σου στη νεκροφόρα ,θα με σκοτώσεις εσύ .
Έβαλε τα γέλια ,το κατάλαβε αυτό .
- Τι φοβάσαι μου είπε , είσαι ήδη νεκρός .
Ξύπνησα από την τρομάρα που πήρα . Το ότι θα έμπαινα σε αυτοκίνητο με οδηγό μεθυσμένο ,με τρόμαξε πιο πολύ και από το πως είδα στο όνειρο πως πέθανα .
Ο άτιμος ο θάνατος , σκέφτηκα ξυπνητός ,μας κυνηγάει την κάθε στιγμή .
Μας βασανίζει ακόμα και στον ύπνο μας .